Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

Ένα χαλαρό Σαββατοκύριακο στον Παρνασσό

Ξεκινήσαμε το περασμένο Σάββατο για τον Παρνασσό. Όχι για την Αράχωβα, αλλά για τη Σουβάλα μας. Στον δήμο Παρνασσού. Για χιόνι δεν το συζητάω γιατί σε λίγο θα αρχίσουμε τα μπάνια. Η φύση είναι όμως τόσο όμορφη που και σκι να μην κάνεις, πραγματικά σας λέω, δεν θέλεις να γυρίσεις στη πόλη. Το αρχικό πλάνο ήταν να πάμε λίγο νωρίς για να έχουμε μεγάλη μέρα μπροστά μας αλλά προέκυψε κάτι και φτάσαμε κατά τις 4. Ο κουμπάρος μου με τη Χρ. είχαν φτάσει πιο νωρίς αλλά είναι τόσο καλά παιδιά που δεν έφαγαν, αλλά μας περίμεναν στη ταβέρνα του Τάκη στην Άνω Σουβάλα. Τα παιδιά ξεκίνησαν με τα ποδήλατα και φτάσανε μετά από καμιά ώρα στη ταβέρνα όπου και μέχρι να έρθω με τη γυναίκα μου είχαν ήδη πιει σχεδόν ένα κιλό κρασί (κρασί εξαιρετικό). Φτάσαμε λοιπόν, κάναμε τις απαραίτητες "δεήσεις" στα παϊδάκια, και τις γλυκές πατάτες, ήπιαμε μια αξιοπρεπή ποσότητα κρασιού αλλά είχαμε ένα πρόβλημα. Η Χρ. δεν είχε καμία επιθυμία να ανεβάσει το ποδήλατο στο σπίτι και έτσι είπα να κάνω τη καλή πράξη και να το ανεβάσω εγώ. Ο κουμπάρος μου, σαν άνθρωπος παρορμητικός ήθελε μάλιστα να τα ανεβάσουμε από το δρόμο, και όχι από το μονοπάτι που το 1/3 το καβαλάς και το υπόλοιπο το παίρνεις στα χέρια. Και φυσικά είναι και το 1/5 της διαδρομής! Τον επανέφερα στην τάξη όμως γιατί είχαμε πιει, είχαμε φάει και το τελευταίο πράγμα ήταν να πάω στην Κυργιά από το δρόμο. Φτάσαμε στο σπίτι, ξεκουραστήκαμε λίγο (γιατί άλλωστε αυτός ήταν ο στόχος), και το βραδάκι πήγαμε στο χωριό (Κάτω Σουβάλα ή Πολύδροσος). Δεν φάγαμε γιατί είχαμε "σκάσει" το μεσημέρι, ήπιαμε τα ποτάκια μας και μιλήσαμε με τους ντόπιους για τα χάλια του καιρού.
Το πρωί, ο κουμπάρος μου πήρε το ποδήλατο και έκανε τη βολτίτσα του και αφού ήπιαμε το καφέ μας μαζέψαμε για να φύγουμε. Δεν του κρατάω κακία που δεν με ξύπνησε (αν και αυτή τη φορά είχα τη διάθεση να κάνω βόλτα), γιατί τις περισσότερες φορές είτε φεύγει πολύ νωρίς, ή προτιμώ να ξεκουραστώ μέσω του ύπνου μιας και δεν έχουμε το πρωινό ξύπνημα του σκι.
Ο κουμπάρος μου και η Χρ. γύρισαν στην Αθήνα γιατί έπρεπε να είναι είναι σχετικά νωρίς πίσω και εγώ με τη γυναίκα μου αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα μέχρι τη Βελίτσα.

Η Βελίτσα (στα Σλάβικα σημαίνει "απάτητο μαντρί") είναι η σημερινή Τιθορέα. Όσοι δεν ξέρουν τη περιοχή πρέπει τουλάχιστον να έχουν περάσει από την Κάτω Τιθορέα στον Εθνικό δρόμο (παλιά εθνική προς Λαμία) πηγαίνοντας είτε προς το Δαδί (Αμφίκλεια) ή προς Πολύδροσο.
Στη διαδρομή μας είδαμε ταμπέλες που μας προέτρεπαν να επισκεφτούμε το Μοναστήρι της Παναγίας της Οδηγήτριας. Η εικόνα όπως μας εξήγησε ο ευγενέστατος μοναχός που μας ξενάγησε δεν σώζεται (ή τουλάχιστον δεν υπάρχει αυθεντική στο μοναστήρι). Την είχε ζωγραφίσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς αρχικά απεικονίζοντας ολόσωμη τη Θεοτόκο σε στάση δέησης (πρέπει να είναι η μεγάλη εικόνα που δεσπόζει στην είσοδο του Μοναστηριού). Η Παναγία τότε του είπε "ναι, αλλά λείπει από την εικόνα ο Ιησούς". Ο Λουκάς ξανά ζωγράφισε τη Παναγία με τον Ιησού στο δεξί της χέρι. Η Θεοτόκος τότε φέρεται να τους είπε ότι "εμείς οι μητέρες, κρατάμε τα παιδιά μας με το αριστερό χέρι, και με το δεξί τα φροντίζουμε". Τελικά, ο Ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας που σήμερα υπάρχει σε αντίγραφο και δεσπόζει μέσα στον κυρίως Ναό του Μοναστηρίου.
Στη συνέχεια ανεβήκαμε στο χωριό. Το χωριό ήταν από τα πιο σημαντικά οχυρά επί Τουρκοκρατίας μιας και η θέση του (η οποία επιλέχτηκε κατά τη διάρκεια των Μηδικών Πολέμων - την ονόμασαν Νέον και αργότερα μεσουρανούσε στην περιοχή επί Φωκέων) ήταν ιδιαιτέρως "ασφαλής" μιας και από τη μία μεριά της υπάρχει το επιβλητικό Φαράγγι και από πίσω της ο πελώριος βράχος του βουνού. Στη πλατεία του χωριού, με θέα το ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ φαράγγι της Βελίτσας υπάρχει η προτομή του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο Έλληνας οπλαρχηγός είχε εκεί το ορμητήριο του, σε μια σπηλιά στην ανατολική πλευρά του χωριού πλήττοντας αρκετές φορές από εκεί τους Τούρκους κατακτητές. Στη Βελίτσα έζησε και για μια μικρή περίοδο και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης σε ένα σπίτι που υπάρχει ακόμη στο κέντρο του χωριού. Στην κατοχή, η πρόσβαση στο χωριό ήταν τόσο δύσκολη για τους Ιταλούς που αναγκάστηκαν να το κάψουν. Επίσης, σε υψόμετρο 1000 μέτρων, στην ανατολική μεριά του Παρνασσού υπάρχει και το γυναικείο Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου το οποίο χτίστηκε τον Δέκατο αιώνα και το οποίο λειτουργεί ακόμη.
Η ημέρα τελείωσε σε μία από τις πιο μικρές αλλά και "νόστιμες" ταβέρνες του χωριού, εκεί πάνω από τη πλατεία με τον υπεραιωνόβιο πλάτανο του 1887 με προβατίνα και καλό κόκκινο κρασί. Τόσο ώστε να γυρίσουμε στην Αθήνα χωρίς να κοιμηθούμε στο τιμόνι.
Το πρόγραμμα λέει "Παρνασσός" σε 15 μέρες πάλι. Ας ελπίσουμε με χιόνι...

1 σχόλιο:

gnostos agnostos είπε...

φίλε την επόμενη φορά να κανονίσουμε να πάμε μαζί! ωραίο το καινούριο σου template, κάνε μου σχόλιο για το post μου σχετικά με τους δίσκους του 2006